H βιταμίνη D μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 1

Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ βιταμίνης D και μειωμένου κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 1. Οι ερευνητές παρακολούθησαν περισσότερες από 10.000 γυναίκες που επρόκειτο να γεννήσουν, στην νότια Φιλανδία.

food1

Τα βρέφη τα οποία λαμβάνουν τις συνιστώμενες δόσεις βιταμίνης D φαίνεται να έχουν μικρότερο κίνδυνο να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 1 μας ανακοινώνουν οι ερευνητές.

Μωρά τα οποία λαμβάνουν τουλάχιστον 2.000 διεθνείς μονάδες (IU) της βιταμίνης D ημερησίως έχουν σχεδόν 80% μικρότερη πιθανότητα να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 1 στις επόμενες τρεις δεκαετίες, συγκριτικά με τον κίνδυνο που διατρέχουν βρέφη που λαμβάνουν μικρότερα ποσά βιταμίνης D, σύμφωνα με αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν στο ιατρικό περιοδικό Lancet.

Δεν έχει ξεκαθαριστεί πώς η βιταμίνη D μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 1, που εκδηλώνεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού καταστρέφει τα β-κύτταρα του παγκρέατος του παράγουν την ινσουλίνη. Φαίνεται όμως ότι η βιταμίνη D καταστέλλει συγκεκριμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη της βλάβης αυτής.

«Καθώς ο διαβήτης τύπου 1 θεωρείται αυτοάνοσο νόσημα, πιθανώς η βιταμίνη D να είναι απαραίτητη για την άριστη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και για την αποφυγή των επιθέσεων εναντίον των ιστών του ίδιου του οργανισμού», μας λέει η Δρ. Elina Hypponen, επικεφαλής αυτής της μελέτης.

Πρόσφατες οδηγίες συνιστούν ότι τα βρέφη πρέπει να λαμβάνουν 7,5 – 10 μικρογραμμάρια (mcg) ή αλλιώς 400 διεθνείς μονάδες (IU) βιταμίνης D ημερησίως. Πηγές της βιταμίνης D αποτελούν τα λιπαρά ψάρια του αλμυρού νερού, το αγελαδινό γάλα, τα αυγά και οι βρεφικές τροφές.

Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ βιταμίνης D και μειωμένου κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 1. Για να διερευνήσουν αυτή την σχέση στους ανθρώπους οι ερευνητές παρακολούθησαν περισσότερες από 10.000 γυναίκες που επρόκειτο να γεννήσουν μέσα στο έτος 1966, στην νότια Φιλανδία.

Οι νέες μητέρες κατέγραφαν αν δίνουν συμπλήρωμα βιταμίνης D στα παιδιά τους και πόσο κατά την διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής. Οι ερευνητές υπολόγισαν τον αριθμό των παιδιών που ανέπτυξαν διαβήτη τύπου 1 στα επόμενα 31 χρόνια.

Το 12% των παιδιών περίπου ελάμβανε συμπλήρωμα βιταμίνης D περιστασιακά κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, το 88% ελάμβανε συστηματικά και λιγότερο από το 1% δεν ελάμβανε καθόλου. Συνολικά 81 παιδιά ανέπτυξαν διαβήτη κατά την διάρκεια της μελέτης.

«Αυτά τα ευρήματα μας δίνουν ελπίδα ότι τελικά κάτι μπορεί να γίνει για να προληφθεί η νόσος» λέει η Δρ. Hypponen, από το Institute of Child Health του Λονδίνου.

Παρόλο που η μελέτη αυτή φέρνει καλά νέα στις οικογένειες που έχουν ιστορικό με διαβήτη τύπου 1, τα αποτελέσματα δεν φαίνεται να βρίσκουν εφαρμογή σε παιδιά που ζουν σε χώρες με ηλιοφάνεια. Στην βόρεια Φιλανδία, υπάρχουν περίπου 2 ώρες ηλιοφάνειας την ημέρα κατά το μήνα Δεκέμβριο.

Το υπεριώδες φως διεγείρει μια αντίδραση στο δέρμα, που το βοηθά να συνθέσει την δική του βιταμίνη D. Οι άνθρωποι με σκούρο δέρμα χρειάζονται περισσότερο φως από τους ανοικτόχρωμους.

Σε ένα συνοδευτικό γράμμα ο Δρ. Jill M. Norris από το University του Colorado, στο Denver, προσθέτει ότι τα βρέφη που λαμβάνουν βρεφικές τροφές αντί για μητρικό γάλα, το οποίο περιέχει ανεπαρκή ποσά βιταμίνης D, μπορεί να εμφανίζουν σε μικρότερα ποσοστά ανεπάρκεια βιταμίνης D.

«Η έμφαση στον μητρικό θηλασμό, η συμβουλή για αποφυγή έκθεσης στον ήλιο των βρεφών, και η αύξηση της χρησιμοποίησης αντηλιακών σκευασμάτων κατά την βρεφική και παιδική ηλικία μπορεί να επιδρούν σε συνδυασμό με αποτέλεσμα να μειώνεται η πρόσληψη και η σύνθεση της βιταμίνης D» γράφει ο Δρ. Norris.

SOURCE: The Lancet 2001;358:1476-1478, 1500-1503.