Μελέτη συνδέει ένζυμο με την αντίσταση στην ινσουλίνη
Το ADMA είναι ένα ένζυμο το οποίο εμποδίζει την δράση μιας ουσίας η οποία προκαλεί διαστολή των αγγείων. Προηγούμενες μελέτες έδειξαν ότι αυξημένα επίπεδα ADMA στο αίμα μειώνουν την ικανότητα των αγγείων να διευρύνονται και επιπλέον συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Υψηλά επίπεδα στο αίμα μιας φυσιολογικά ευρισκόμενης ουσίας η οποία εμπλέκεται στην λειτουργία των αγγείων μπορεί να αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην ινσουλινοαντίσταση – κατάσταση πρόδρομη του διαβήτη - και στην καρδιακή νόσο.
Τα ευρήματα της μελέτης μας πληροφορούν ότι φάρμακα τα οποία βελτιώνουν την ινσουλινοευαισθησία μπορούν να ελαττώσουν επίσης τα επίπεδα του ADMA και τελικά τον κίνδυνο καρδιακής νόσου.
Το ADMA είναι ένα ένζυμο το οποίο εμποδίζει την δράση μιας ουσίας η οποία προκαλεί διαστολή των αγγείων. Προηγούμενες μελέτες έδειξαν ότι αυξημένα επίπεδα ADMA στο αίμα μειώνουν την ικανότητα των αγγείων να διευρύνονται και επιπλέον συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Τα επίπεδα του ADMA έχουν βρεθεί αυξημένα σε ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση, διαβήτη τύπου 2 και νεφρική ανεπάρκεια κι ενώ διάφοροι παράγοντες κινδύνου για καρδιακή νόσο έχουν συνδεθεί με την ινσουλινοαντοχή, η σχέση μεταξύ του ADMA και της ινσουλινοαντοχής παρέμενε ασαφής. Ινσουλινοαντοχή είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία το σώμα χάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, με αποτέλεσμα να απαιτούνται μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης για να μπορούν να διατηρηθούν τα επίπεδα σακχάρου αίματος εντός των φυσιολογικών ορίων.
Για να διερευνηθεί αυτή η σχέση ο Δρ. Markus C. Stuhlinger από το Stanford University της California, μελέτησε 64 μη διαβητικούς ενήλικες, μεταξύ των οποίων 16 με αρτηριακή υπέρταση. Επτά από αυτούς τους εθελοντές είχαν ινσουλινοαντοχή. Κατά την διάρκεια της 9μηνης μελέτης, μετρήθηκαν τα επίπεδα χοληστερόλης, ινσουλίνης, ADMA και άλλοι παράγοντες. Ο Δρ. Markus C. Stuhlinger είναι τώρα ερευνητής στο University of Innsbruck στην Αυστρία.
Επιπλέον, οι συμμετέχοντες στην μελέτη, οι οποίοι είχαν ινσουλινοαντοχή, έλαβαν το φάρμακο ροσιγλιταζόνη επί 12 εβδομάδες. Η συγκέντρωση του ADMA στο αίμα των συμμετεχόντων στην μελέτη, συσχετίστηκε με τον βαθμό της ινσουλινοαντοχής ανεξάρτητα από την αρτηριακή πίεση.
Ωστόσο, η αγωγή με τη ροσιγλιταζόνη για διάστημα 3 μηνών βελτίωσε σημαντικά την ικανότητα των ατόμων να ανταποκρίνονται φυσιολογικά στην ινσουλίνη κι επιπλέον μείωσε τα επίπεδα του ADMA στο αίμα, σύμφωνα με ανακοίνωση στο τεύχος της 20ης Μαρτίου του ιατρικού περιοδικού The Journal of the American Medical Association.
Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι τα αυξημένα επίπεδα του ADMA μπορεί να αποτελέσουν έναν δείκτη κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου κι ενδεχομένως έναν μελλοντικό στόχο φαρμάκου για την μείωση αυτού του κινδύνου, ανακοινώνουν οι ερευνητές. «Υπάρχει σημαντική σχέση μεταξύ της ινσουλινοαντοχής και των επιπέδων του ADMA», συνοψίζουν.
Σε ένα συνοδευτικό editorial ο Δρ. David T. Nash, από το Syracuse Preventive Cardiology Center της Νέας Υόρκης, σημειώνει ότι η μέτρηση των επιπέδων ADMA των ασθενών είναι προς το παρόν «δύσκολο» να γίνει και δεν έχει ακόμη απόλυτα διευκρινιστεί ότι το ένζυμο αυτό υποδηλώνει και αυξημένο κίνδυνο καρδιακού νοσήματος.
Όμως, προσθέτει, ερευνώντας την σχέση μεταξύ ADMA, ινσουλινοαντοχής και λειτουργίας των αγγείων, προσφέρονται ελπίδες για την καλύτερη κατανόηση του κινδύνου των καρδιαγγειακών νοσημάτων και της θεραπείας τους.
Πηγή: The Journal of the American Medical Association 2002;287:1420-1426, 1451-1452.