Tα κατάγματα είναι πιο συχνά σε ηλικιωμένες γυναίκες με Σακχαρώδη Διαβήτη
Πρόσφατη μελέτη προειδοποιεί ότι οι ηλικιωμένες γυναίκες που πάσχουν από διαβήτη τύπου 2 είναι πιο επιρρεπείς στο να πάθουν κατάγματα των οστών.

Σύμφωνα με ανακοίνωση στο τεύχος του Ιανουαρίου του περιοδικού JCEM, οι γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη, ηλικίας άνω των 65 ετών έχουν διπλάσιες σχεδόν πιθανότητες να πάθουν κάταγμα ισχίου ή ώμου απ’ ότι οι υγιείς συνομήλικές τους, και είναι ανεξάρτητο από την οστική πυκνότητα των οστών ή το σωματικό τους βάρος. Οι γυναίκες δε που λαμβάνουν ινσουλίνη για τον διαβήτη – ο οποίος σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσε να ρυθμιστεί μόνο με δίαιτα και άσκηση - έχουν πάνω από δύο φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να πάθουν κάταγμα στο πόδι σύμφωνα με τα ευρήματα αυτής της μελέτης.
Η έρευνα αυτή όπως μας εξηγεί η Dr. Ann V. Schwartz από το πανεπιστήμιο της California στο San Francisco και οι συνεργάτες της, επικεντρώνεται σε ένα νέο παράγοντα κινδύνου για κατάγματα σε ηλικιωμένες γυναίκες που ούτως ή άλλως βρίσκονται εκτεθειμένες στον κίνδυνο αυτό.
«Οι κλινικοί γιατροί πρέπει να ασχολούνται ιδιαίτερα με την πρόληψη των καταγμάτων ηλικιωμένων γυναικών με διαβήτη» όπως τονίζει η Dr. Ann V. Schwartz. «Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να προλαμβάνουν τα πεσίματα, να ανιχνεύουν και να θεραπεύουν εγκαίρως τις γυναίκες που παρουσιάζουν με χαμηλή οστική πυκνότητα».
Οι υπεύθυνοι του άρθρου τονίζουν ότι καταστάσεις όπως η μείωση της όρασης και η καταστροφή των νεύρων (νευροπάθεια) που συνδέονται με τον διαβήτη, όπως και η “φτωχή” ρύθμιση του σακχάρου, μπορούν αυξήσουν τον κίνδυνο για κάταγμα.
«Ή ανάγκη χορήγησης ινσουλίνης δείχνει ότι το άτομο δεν μπορεί να πετύχει εύκολα καλό γλυκαιμικό έλεγχο (δηλ. καλή ρύθμιση του σακχάρου του)» μας εξηγεί η Dr Schwartz.
Ο διαβήτης μπορεί επίσης να καθιστά τα οστά πιο επιρρεπή σε κατάγματα μέσω μηχανισμού που πιθανώς δεν σχετίζεται με την οστική πυκνότητα, επισημαίνουν οι ερευνητές.
Τα ευρήματα αυτά βασίζονται σε δεδομένα από 9.500 γυναίκες ηλικίας 65 χρονών και πάνω, που ήταν υπό παρακολούθηση για σχεδόν 9 χρόνια.
Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 χάνουν την ευαισθησία τους στην ινσουλίνη, την ορμόνη δηλ. που ρυθμίζει τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα. Με την πάροδο του χρόνου τα υψηλά επίπεδα σακχάρου μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρδιοπάθειας και νεφρικής νόσου. Ο διαβήτης σχετίζεται επίσης με καταστροφή των νεύρων, τύφλωση και αυξημένο κίνδυνο γα ακρωτηριασμό των κάτω άκρων.
Πηγή: Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism 2001;86:32-38.