Διαβήτης και σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα

Τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη έχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, όμως οι εξετάσεις που διενεργούνται για τη διάγνωση της επώδυνης αυτής κατάστασης μπορεί να μην είναι ακριβείς, όπως μας ανακοινώνουν οι ερευνητές.
Με δεδομένη την δυσκολία να διαγνωστεί το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, οι γιατροί θα πρέπει όταν εξετάζουν τους ασθενείς να βασίζονται περισσότερο στα συμπτώματα, σύμφωνα πάντα με τους ερευνητές.
Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα επισυμβαίνει όταν πιέζεται ένα νεύρο το οποίο περνά από την περιοχή του καρπού. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν μουδιάσματα, αδυναμία, «μυρμηγκιάσματα» και πόνο στα δάκτυλα και το χέρι.
Τα άτομα με διαβήτη έχουν τον κίνδυνο να εμφανίσουν διαφόρων ειδών προβλήματα νεύρων, με πιο συχνό έναν τύπο νευρικής βλάβης που καλείται διαβητική πολυνευροπάθεια, μας λέει η Δρ. Vera Bril του Πανεπιστημίου του Toronto, στον Καναδά. Επισημαίνει επίσης ότι τα άτομα αυτά έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα.
Η συνήθης μέθοδος για να διαγνώσει κανείς αυτή την βλάβη είναι μια μη επεμβατική μέθοδος που καλείται μελέτη αγωγιμότητας των νεύρων. Ωστόσο τα κριτήρια για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων αυτής της εξέτασης καθορίστηκαν χωρίς να λάβουν υπόψη τα άτομα που εμφανίζουν ταυτόχρονα διαβητική πολυνευροπάθεια και σακχαρώδη διαβήτη. Έτσι, η ακρίβεια των κριτηρίων για την διάγνωση του συνδρόμου του καρπιαίου σωλήνα σε άτομα με διαβήτη δεν είναι απόλυτη, όπως μας ενημερώνουν η Δρ. Bril και ο συγγραφέας Δρ. Bruce A. Perkins του Harvard Medical School, στη Βοστώνη της Mασσαχουσέτης, στο τεύχος Μαρτίου του ιατρικού περιοδικού Diabetes Care.
Για να δουν πόσο συχνό είναι το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα μεταξύ των ατόμων με διαβήτη και για να καθορίσουν την ακρίβεια του συμβατικού αυτού διαγνωστικού τεστ οι Δρ. Bril και Δρ. Perkins μελέτησαν 478 άτομα με σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα. Η μελέτη περιέλαβε άτομα με διαβήτη τα οποία είχαν αναπτύξει ήπια, μέτρια ή σοβαρή νευροπάθεια ή δεν είχαν καθόλου νευροπάθεια. Η ομάδα αναφοράς αποτελούταν από άτομα χωρίς διαβήτη και χωρίς νευροπάθεια.
Με βάση τα κλινικά συμπτώματα, οι ερευνητές καθόρισαν ότι το 2% της ομάδας αναφοράς είχε σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, σε αντιδιαστολή με το 14% των ατόμων με διαβήτη που δεν είχαν νευροπάθεια και με το 30% που είχαν. Όμως το ηλεκτροδιαγνωστικό τεστ που χρησιμοποιήθηκε δεν μπόρεσε με ακρίβεια να διακρίνει, μεταξύ των ατόμων με διαβήτη, αυτούς που έπασχαν από σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα από αυτούς που δεν έπασχαν, σύμφωνα με τα αποτελέσματα.
Η μελέτη δείχνει ότι το συμβατικό αυτό διαγνωστικό τεστ δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στα άτομα με διαβήτη, σύμφωνα με την Δρ. Bril. Επιπλέον αναφέρει ότι «τα αποτελέσματα της μελέτης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι γιατροί θα πρέπει να δίνουν μεγαλύτερο βάρος στα συμπτώματα που περιγράφουν οι ασθενείς και λιγότερο στα διαγνωστικά τεστ».
Η Δρ. Bril συμβουλεύει τα άτομα με διαβήτη να δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε συμπτώματα όπως μούδιασμα, μυρμήγκιασμα, πόνος και αδυναμία στα χέρια και να ενημερώνουν για αυτά τους γιατρούς τους.
Πηγή: Diabetes Care 2002;25:565-569.