Μελέτη συνδέει το ύψος των παιδιών με τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη
Οι συγγραφείς μας ενημερώνουν ότι τα ευρήματά τους μπορεί να ρίξουν φως στη παθογένεια του διαβήτη.

Ο διαβήτης εκδηλώνεται όταν το σώμα δεν μπορεί πλέον να παράγει ή δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κατάλληλα την ορμόνη που ρυθμίζει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα – την ινσουλίνη. Αντίθετα με το διαβήτη τύπου 2, ο διαβήτης τύπου 1 έχει σχέση με μια απρόσφορη επίθεση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού ενάντια στα ινσουλινοπαραγωγά κύτταρα του παγκρέατος – τα β-κύτταρα. Τι ακριβώς είναι αυτό που πυροδοτεί αυτή την αυτοάνοση αντίδραση δεν είναι πλήρως γνωστό, αν και οι συγγραφείς θεωρούν ότι σε μερικές περιπτώσεις παίζουν ρόλο οι ιογενείς λοιμώξεις.
Προηγούμενες έρευνες έχουν επίσης επισημάνει την σχέση ανάμεσα στο διαβήτη τύπου 1 και το ύψος του παιδιού κατά τον χρόνο της διάγνωσης, σύμφωνα με τους συγγραφείς της νέας αυτής μελέτης, που καθοδηγήθηκε από τον Δρ. John H. Di Liberti. Η φύση της συσχέτισης παρ’ όλα αυτά παραμένει ασαφής. Μερικοί πιθανολογούν ότι η υπερβολική έκκριση ινσουλίνης που συμβαίνει ακριβώς πριν την έναρξη του έκδηλου διαβήτη μπορεί να ευθύνεται για την μεγαλύτερη ανάπτυξη των παιδιών αυτών.
Τα ευρήματα όμως αυτά καταδεικνύουν ότι η αύξηση του ύψους προηγείται της εκδήλωσης του διαβήτη, λέει ο Δρ. John H. Di Liberti, επιδημιολόγος από το University of Illinois College of Medicine in Peoria.
«Το σημαντικό στοιχείο βέβαια είναι ότι όταν το ύψος των γονιών ληφθεί υπόψη τότε η επίδραση εξαφανίζεται, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι το αυξημένο ανάστημα προηγείται» μας λέει.
Με άλλα λόγια οι ψηλοί γονείς θα κάνουν ψηλά παιδιά κι αυτά τα παιδιά έχουν περισσότερες πιθανότητες σε σχέση με τα κοντύτερα αντίστοιχά τους να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 1.
Γιατί τα ψηλότερα παιδιά έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν διαβήτη δεν έχει διευκρινιστεί, σύμφωνα με τον Δρ. John H. Di Liberti. Μία υπόθεση είναι ότι το μεγαλύτερο σε μέγεθος σώμα συνδέεται με μικρότερη ικανότητα ρύθμισης του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και μεγαλύτερη δραστηριότητα των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, που μπορούν με τη σειρά τους να αυξήσουν την πιθανότητα μιας αυτοάνοσης αντίδρασης.
Τα ευρήματα της ομάδας του, που ανακοινώθηκαν στο τεύχος Μαρτίου του ιατρικού περιοδικού Pediatrics, βασίστηκαν στην καταγραφή 446 παιδιών που διαγνώστηκαν ως πάσχοντα από διαβήτη τύπου 1 μεταξύ του 1988 και 1998.
Συνολικά τα διαβητικά παιδιά ηλικίας μεγαλύτερης του ενός έτους ήταν ψηλότερα από τα αντίστοιχά τους χωρίς διαβήτη. Επίσης στις ηλικίες μεταξύ 8 και 10 ετών η απότομη ανάπτυξη της εφηβείας μπορεί να συγκαλύψει κάθε συσχέτιση μεταξύ ύψους και διαβήτη.
Επιπρόσθετα όταν ελέγχει κανείς την βρεφική ηλικία, βρίσκει ότι τα κοντύτερα παιδιά έχουν και μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 1.
Ο διαβήτης τύπου 1 είναι σπάνιος στα νεογνά, και ο Δρ. John H. Di Liberti και οι συνεργάτες του θεωρούν ότι τα πιο μικρόσωμα νεογνά μπορεί να εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο πρωίμου ενάρξεως διαβήτη, πράγμα διαφορετικό από τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη κατά την παιδική ηλικία.
Ο Δρ. John H. Di Liberti λέει ότι είναι πιθανό μια φτωχή εμβρυική ανάπτυξη μπορεί να επηρεάζει το πάγκρεας αντιστρόφως ανάλογα, συμβάλλοντας σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη στα μικρόσωμα νεογνά.
SOURCE: Pediatrics 2002;109:479-483.