Ο διαβήτης της κύησης συνδέεται με ανωμαλίες στα έμβρυα
Κάποιες γυναίκες που αναπτύσσουν διαβήτη κατά την διάρκεια της κύησης, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να γεννήσουν παιδιά με χρωμοσωμικές ανωμαλίες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας.
Παρόλα αυτά οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο διαβήτης της κύησης δεν αποτελεί από μόνος του παράγοντα κινδύνου για αυτούς τους τύπους των ανωμαλιών, από την στιγμή που αυτές συμβαίνουν στα πρώτα στάδια της κύησης – πολύ νωρίτερα πριν εκδηλωθεί ο διαβήτης.

Οι συγγραφείς «υποψιάζονται» ότι ο διαβήτης της κύησης μπορεί, σε μερικές γυναίκες, να υποδηλώνει την ύπαρξη προϋπαρχόντων παραγόντων, όπως μια προδιάθεση για διαταραγμένες ανοσολογικές απαντήσεις, που ενισχύουν την πιθανότητα χρωμοσωμικών ανωμαλιών στα παιδιά.
Η Δρ. Lynn L. Moore από το University School of Medicine in Massachusetts και οι συνεργάτες της ανακοινώνουν τα ευρήματά τους στο τεύχος της 15ης Απριλίου του ιατρικού περιοδικού American Journal of Epidemiology.
Οι ερευνητές μελέτησαν τα δεδομένα από περισσότερες από 7300 έγκυες γυναίκες που υποβλήθηκαν σε αμνιοπαρακέντηση για ανίχνευση χρωμοσωμικών ανωμαλιών, από μελέτη που έλαβε χώρα στις ΗΠΑ την δεκαετία του 1980. Αυτές που γέννησαν παρακολουθήθηκαν για έναν χρόνο.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι γυναίκες που είχαν αναπτύξει διαβήτη της κύησης είχαν διπλάσια πιθανότητα να αποκτήσουν παιδιά με χρωμοσωμικές ανωμαλίες – μια συχνότητα περίπου 4%, συγκρινόμενη με 2% μεταξύ των γυναικών που δεν εκδήλωσαν διαβήτη της κύησης. Ο αυξημένος κίνδυνος αφορούσε ιδιαίτερα σε ανωμαλίες των χρωμοσωμάτων του φύλου, ειδικά ανωμαλίες κατά τις οποίες το παιδί είχε ένα επιπλέον χρωμόσωμα Χ.
Στα αγόρια αυτό το επιπλέον χρωμόσωμα Χ προκαλεί το σύνδρομο Klinefelter, που χαρακτηρίζεται από μικρούς όρχεις και αργότερα υπογονιμότητα. Παρόλα αυτά πολλοί άνδρες με ένα επιπλέον χρωμόσωμα Χ δεν ενοχλούνται ποτέ από αυτό. Στα κορίτσια αυτό το επιπλέον χρωμόσωμα Χ προκαλεί ένα σύνδρομο γνωστό σαν σύνδρομο του τριπλού Χ, το οποίο όμως συνήθως δεν προκαλεί εμφανή προβλήματα.
Σύμφωνα με την Δρ. Moore και τους συνεργάτες της, τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι κάποιες γυναίκες που αναπτύσσουν διαβήτη κατά την κύηση μπορεί να έχουν υποκείμενη βιοχημική βλάβη που ενισχύει την ανάπτυξη χρωμοσωμικών ανωμαλιών, πολύ πριν ο διαβήτης γίνει αντιληπτός.
Εξ ορισμού, ο διαβήτης της κύησης εμφανίζεται κατά την κύηση μόνο. Όπως και οι άλλοι τύποι του διαβήτη χαρακτηρίζεται από την αδυναμία του οργανισμού να χρησιμοποιήσει κατάλληλα την ορμόνη που ρυθμίζει την γλυκόζη, δηλαδή την ινσουλίνη. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο διαβήτης της κύησης παύει να υφίσταται μετά τον τοκετό.
Εντούτοις, η ομάδα της Δρ. Moore επισημαίνει ότι για κάποιες γυναίκες ο διαβήτης της κύησης υποδηλώνει αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν αργότερα διαβήτη τύπου 2. Για άλλες, μπορεί να αποτελεί «προάγγελο» διαβήτη τύπου 1.
Οι ερευνητές πιθανολογούν ότι κάποιες γυναίκες με διαβήτη της κύησης μπορεί να έχουν υποκείμενη διαταραχή του ανοσολογικού συστήματος ή άλλες ανωμαλίες που επηρεάζουν την ανάπτυξη του εμβρύου και παροτρύνουν για περαιτέρω έρευνα προς αυτή την κατεύθυνση.
SOURCE: American Journal of Epidemiology 2002;155:719-724.