Μήπως ο πετυχημένος γάμος βοηθάει σημαντικά;

family1

Είναι ευρέως αποδεκτό πως το οικογενειακό περιβάλλον επιδρά καταλυτικά στην κοινωνική αποδοχή των ατόμων με χρόνια προβλήματα υγείας, όπως για παράδειγμα ο σακχαρώδης διαβήτης, γιατί προσφέρει την απαραίτητη κατανόηση και υποστήριξη. Ο γάμος αποτελεί μια σημαντική παράμετρο του οικογενειακού μας περιβάλλοντος. Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό Diabetes Care σχεδιάστηκε έτσι, ώστε να εξερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο η ποιότητα των σχέσεων σε ένα γάμο μπορεί να επηρεάσει τη φυσική και συναισθηματική προσαρμογή ενός ατόμου με σακχαρώδη διαβήτη.

Μια ομάδα ερευνητών από τη Νέα Υόρκη προσκάλεσε 78 άτομα στα οποία είχε διαγνωσθεί σακχαρώδης διαβήτης πριν από τουλάχιστον ένα χρόνο, να συμμετάσχουν στην συγκεκριμένη μελέτη. Τα άτομα αυτά ήταν ηλικίας από 18 έως και 55 ετών και ήταν παντρεμένα για τουλάχιστον ένα χρόνο. Όλοι τους χρησιμοποιούσαν ινσουλίνη για την καθημερινή τους αντιδιαβητική θεραπεία.

Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν μια σειρά από ερωτηματολόγια. Σε δύο από αυτά καλούνταν να απαντήσουν σχετικά με την ποιότητα του γάμου τους και την οικειότητα μεταξύ των συζύγων. Σε άλλα τέσσερα, εξερευνούσαν την προσαρμογή κάθε ενός από τους δύο συζύγους στην καθημερινή του ενασχόληση με το διαβήτη. Υπήρχαν ερωτήσεις σχετικές με το επίπεδο της υγείας τους, το βιοτικό τους επίπεδο, τα προβλήματα που σχετίζονται με τον έλεγχο και τη ρύθμιση του διαβήτη καθώς και τη συχνότητα με την οποία βιώνουν είτε θετικά είτε αρνητικά συναισθήματα.

Συγκεκριμένες ερωτήσεις σχετικές με άλλα προβλήματα υγείας που πιθανόν να συνυπήρχαν, καθώς και σχετικές με τη διάρκεια του σακχαρώδη διαβήτη, υπήρχαν σε ένα ειδικό ερωτηματολόγιο και στους ιατρικούς τους φακέλους. Τέλος, τους έγιναν εξετάσεις της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) για να αξιολογηθεί ο βαθμός επίτευξης ικανοποιητικής ρύθμισης.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την προσαρμογή ενός ατόμου στο καθεστώς του σακχαρώδη διαβήτη είναι πολλοί. Η ερευνητική ομάδα δεν εξεπλάγη από τα αποτελέσματα της έρευνας και τη σημαντική επίδραση που μπορεί να έχουν οι παραπάνω παράμετροι. Τα στοιχεία αποδεικνύουν για παράδειγμα, ότι τα άτομα με τα λιγότερα προβλήματα υγείας και τις λιγότερες επιπλοκές ήταν αυτά που ήταν παντρεμένα για μεγαλύτερο διάστημα. Με μια λεπτομερή ανάλυση των στοιχείων και των ευρημάτων τους, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η γενικότερη αντίληψη των ερωτηθέντων για την ποιότητα του γάμου τους είχε άμεση σχέση με την αντίληψή τους για την ποιότητα ζωής και ελέγχου του διαβήτη.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η ποιότητα του έγγαμου βίου ενός ατόμου με σακχαρώδη διαβήτη επηρεάζει την γενικότερη ψυχολογία του. Τα άτομα που είχαν πετύχει στο γάμο τους, ζούσαν σε ευχάριστο οικογενειακό περιβάλλον και εμφάνιζαν αυξημένη οικειότητα με την ή το σύντροφό τους είχαν και τα καλύτερα αποτελέσματα στη ρύθμιση και τον έλεγχο του σακχάρου τους. Επίσης, ήταν και περισσότερο ικανοποιημένοι με τη θεραπευτική αγωγή τους, συνολικά. Ανέφεραν τους λιγότερους προβληματισμούς σχετικά με την εξωτερική τους εμφάνιση και τη σεξουαλική τους συμπεριφορά. Τέλος, εξέφρασαν περισσότερα θετικά συναισθήματα και σκέψεις σε σχέση με αυτούς που αντιμετωπίζουν οικογενειακά προβλήματα ή είναι ανύπαντροι.

Επίσης, εντοπίστηκε και μια όχι ιδιαίτερα σημαντική (από στατιστικής πλευράς) συσχέτιση της ποιότητας του έγγαμου βίου και της ρύθμισης της γλυκόζης στο αίμα. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές πιστεύουν πως τα αποτελέσματα οδηγούν στο συμπέρασμα πως υπάρχει προοπτική για πιο αποτελεσματικό έλεγχο της γλυκόζης, εφόσον υπάρχει και ένα ευχάριστο οικογενειακό περιβάλλον.

Οι επιστήμονες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τελικά η οικογενειακή κατάσταση και το φιλικό και ευχάριστο περιβάλλον, βοηθούν στον εγκλιματισμό και προσαρμογή των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη στο νέο τρόπο ζωής. Τα προγράμματα υγείας και υποστήριξης των μελών της οικογένειας (συζύγων) θα ωφελήσουν ουσιαστικά στο βιοτικό επίπεδο των ατόμων.

Reference:
Trief PM et al. The marital relationship and psychosocial adaptation and glycemic control of individuals with diabetes. Diabetes Care 2001; 24(8): 1384-1389.