Η χρόνια στέρηση ύπνου αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

Η χρόνια απώλεια ύπνου μπορεί να προκαλέσει σοβαρότερα προβλήματα από την τάση να αποκοιμιέται κανείς την επόμενη ημέρα, προειδοποιούν οι ερευνητές.
Η μελέτη αυτή που ανακοινώθηκε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας, αναφέρει ότι τα άτομα που δεν κοιμούνται αρκετά σε τακτική βάση, γίνονται λιγότερο ευαίσθητα στην ινσουλίνη, πράγμα το οποίο στη συνέχεια μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο παχυσαρκίας, αρτηριακής υπέρτασης και διαβήτη.
Στην πραγματικότητα, η χρόνια στέρηση ύπνου (κάτω από 6,5 ώρες κατά την διάρκεια της νύκτας) έχει την ίδια επίπτωση στην ινσουλινοαντοχή με την γήρανση, όπως μας ενημερώνει ο Δρ. Bryce A. Mander από το University of Chicago, στο Illinois.
«Όπως ακριβώς η κακή διατροφή, η καθιστική ζωή, το χρόνιο άγχος και η ηλικία, έτσι και η στέρηση ύπνου αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εκδήλωση διαβήτη τύπου 2» μας ενημερώνει ο Δρ. Mander.
Ο διαβήτης τύπου 2 συμβαίνει όταν ο οργανισμός χάνει την ικανότητα να ανταποκρίνεται στην ινσουλίνη. Η αντίσταση στην ινσουλίνη θα οδηγήσει τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος να αυξηθούν, γεγονός που με την σειρά του μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα να εκδηλωθούν μια σειρά σοβαρών επιπλοκών όπως, νεφρική βλάβη, καρδιακή νόσος, τύφλωση και ακρωτηριασμοί κάτω άκρων.
Σύμφωνα με την μελέτη, την οποία επέβλεψε ο Δρ. Eve Van Cauter, από το University of Chicago, υγιείς ενήλικες που κοιμούνται κατά μέσο όρο 316 λεπτά κατά την διάρκεια της νύκτας (περίπου 5,2 ώρες) επί οκτώ συνεχόμενες νύκτες, εκκρίνουν 50% περισσότερη ινσουλίνη σε σχέση με αυτούς που κοιμούνται κατά μέσο όρο 477 λεπτά, δηλαδή 8 περίπου ώρες. Σαν αποτέλεσμα αυτοί που κοιμούνται λιγότερο, έχουν κατά 40% λιγότερη ευαισθησία στην ινσουλίνη. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η αυτή η στέρηση ύπνου, που γίνεται όλο και πιο συχνή στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, μπορεί και να ευθύνεται για την «επιδημία» του διαβήτη τύπου 2 που παρατηρείται. Ο Δρ. Mander κατέθεσε μια σφυγμομέτρηση από το National Sleep Foundation στην οποία ανακοινώνεται ότι υπάρχει μια σταθερή μείωση του αριθμού των νυκτερινών ωρών που κοιμούνται οι Αμερικανοί. Το 1975 ο μέσος Αμερικανός πολίτης κοιμόταν κατά μέσο όρο 7,5 ώρες, ενώ το 1910, 9 ώρες. Σήμερα οι ενήλικες κοιμούνται περίπου 7 ώρες τη νύκτα, μας λέει.
Καθώς τα ευρήματα αυτά προστίθενται στην συνεχώς αυξανόμενη έρευνα του ρόλου του ύπνου στην γενικότερη υγεία, η έρευνα πρέπει να εστιαστεί περισσότερο στους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο ύπνος επηρεάζει την ρύθμιση της γλυκόζης και στο πώς ο περισσότερος ύπνος μπορεί να επιδράσει στον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, έναν κίνδυνο που διατρέχουν τα άτομα τα οποία κοιμούνται λίγο.
«Βασικά, ο καθένας μας θα πρέπει να ζει μια καθ’ όλα υγιεινή ζωή, δηλαδή να διατρέφεται σωστά, να ασκείται τακτικά, να ελαχιστοποιεί το άγχος και να κοιμάται όσο πιο πολύ μπορεί» λέει ο Δρ. Mander.